ΟΜΟΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

homotoxikologie

Η ομοτοξικολογία κατά τον Dr. Hans Heinrich Reckeweg (1905-1985) στηρίζεται στην αρχή της ενδυνάμωσης της ικανότητας αυτοθεραπείας του οργανισμού και την αποβολή των «δηλητηριωδών» ουσιών που έχουμε μέσα μας, τις ομοτοξίνες.

Με τον όρο ομοτοξίνες εννοούμε οτιδήποτε είναι τοξικό για τον οργανισμό, π.χ. μικρόβια, ιοί, αλλά και βλαβερές ουσίες από τις τροφές και το περιβάλλον.

Ένας υγιής οργανισμός είναι σε θέση να αποβάλλει μόνος του τις παραπάνω τοξικές ουσίες, μέσα σε ορισμένα όρια βέβαια. Σύμφωνα με την θεωρία της ομοτοξικολογίας μια ασθένεια μπορεί να υπάρξει μόνο όταν συσσωρευτούν πάρα πολλές τοξικές ουσίες στον οργανισμό ή όταν από βλάβη στον μεταβολισμό οι ομοτοξίνες δεν μπορούν πια να αδρανοποιηθούν ή να αποβληθούν. Οι αμυντικές δυνάμεις του οργανισμού δεν μπορούν πια να αντεπεξέλθουν και ανάλογα με το πόσο βαριά ή για πόσο χρόνο υπάρχει η επιβάρυνση του οργανισμού από τις ομοτοξίνες έχουμε και μια εξέλιξη σε ασθένεια με διαφορετική κατά περίπτωση εικόνα.

Η κλασσική ομοιοπαθητική πιστεύει, ότι για κάθε έναν άνθρωπο – ανεξάρτητα από το είδος της ασθένειας – υπάρχει μόνο ένα συγκεκριμένο ομοιοπαθητικό φάρμακο κατάλληλο για αυτόν. Αντίθετα ο Dr. Reckeweg παρατήρησε, ότι η βελτίωση των ασθενών του ήταν συχνά πιο γρήγορη και σταθερή όταν τους χορηγούσε έναν συνδυασμό από ομοιοπαθητικά φάρμακα, διαφορετικά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση ασθένειας, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονταν σε δράση.

Η χρησιμοποίηση ενός τέτοιου συνδυασμού ομοιοπαθητικών παρασκευασμάτων ανοίγει τον δρόμο στους ασθενείς και σε πολλούς γιατρούς που δεν είχαν ασχοληθεί μέχρι τώρα με φυσικές μεθόδους θεραπείας. Μπορούν να χρησιμοποιήσουν ομοτοξικολογικά παρασκευάσματα ανάλογα με τα συμπτώματα που παρουσιάζει η ασθένεια ανεξάρτητα από την διάρκεια της. Παρενέργειες επίσης δεν υπάρχουν γιατί η βάση των φαρμάκων είναι ομοιοπαθητική.

Αυτή η διπλή «προσωπικότητα» της ομοτοξικολογίας την τοποθετεί ανάμεσα στην κλασσική ιατρική και την ομοιοπαθητική.