Η δυσανεξία στη λακτόζη οφείλεται στη μείωση της δραστηριότητας του ενζύμου λακτάση στα εντερικά κύτταρα. Επειδή η λακτάση είναι απαραίτητη για την πέψη της λακτόζης, δηλαδή του σακχάρου που περιέχει το γάλα, η μείωση της δραστηριότητάς της συνεπάγεται ατελή πέψη και δυσαπορρόφηση της λακτόζης.

Εκτιμάται ότι περίπου το 70% των ενηλίκων παγκοσμίως εμφανίζουν μειωμένη παραγωγή λακτάσης. Τα ποσοστά δυσανεξίας στη λακτόζη ποικίλουν από περιοχή σε περιοχή του κόσμου και μπορεί να κυμαίνονται από 5% στη Βόρεια Ευρώπη έως 70% στη Σικελία, ενώ σε κάποιες χώρες της Ασίας και της Αφρικής υπερβαίνουν ακόμα και το 90% του οικείου πληθυσμού. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου το 30% των παιδιών, κάτω των 5 ετών, εμφανίζουν ανεπάρκεια παραγωγής λακτάσης και συνακόλουθα παρουσιάζουν συμπτώματα δυσανεξίας στη λακτόζη. Το ποσοστό αυξάνεται πριν την εφηβεία.

Στο λεπτό έντερο η λακτάση διασπά την λακτόζη στους μονοσακχαρίτες γαλακτόζη και γλυκόζη, οι οποίοι μπορούν στη συνέχεια να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και να αξιοποιηθούν από τον οργανισμό ως πηγή ενέργειας. Αν δεν υπάρχει αρκετή λακτάση, τότε η λακτόζη συνεχίζει αναλλοίωτη την πορεία της στο παχύ έντερο. Εκεί τα εντερικά βακτήρια την μετατρέπουν σε λιπαρά οξέα μικρής αλυσίδας, με ταυτόχρονη παραγωγή αερίων (διοξειδίου του άνθρακα, υδρογόνου και μεθανίου). Αυτή η δημιουργία αερίων από τα βακτήρια του παχέος εντέρου προκαλεί μια σειρά δυσάρεστων συμπτωμάτων, όπως ναυτία, δυσπεψία, φούσκωμα, κοιλιακό άλγος ή κολικούς, έκλυση αερίων, ακόμη και διάρροια.

Η διάγνωση τεκμηριώνεται με το Τεστ Εκπνοής Υδρογόνου (Hydrogen Breath Test).

Τιμή εξέτασης: 80 ευρώ
Διάρκεια εξέτασης: 2 ώρες
Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας.